|
Πόντος από
τον Θεοφάνη
Μαλκίδη Σε όλο τον
Πόντο
λειτουργούσαν
1.047 σχολεία με 1.247
καθηγητές και
δασκάλους και
75.953 μαθητές και
μαθήτριες. Ανάμεσα
στα σχολεία το
Φροντιστήριο
Τραπεζούντας,
το
Φροντιστήριο
Αργυρουπόλεως,
το Λύκειο
Γουμεράς, το
Ημιγυμνάσιο Κερασούντας,
το Γυμνάσιο
Αμισού κλπ. |
Ιστορικά
στοιχεία.
Η
ιστορία του
Ελληνισμού του
Εύξεινου
Πόντου,
αρχίζει με το
πέρασμα από το
μύθο στην
αλήθεια, με την
Αργοναυτική
εκστρατεία και
τις πρώτες εγκαταστάσεις
των Ελλήνων
αμέσως μετά
τον Τρωικό
πόλεμο (1100 π.Χ.). Η
σημασία του
Εύξεινου
Πόντου
διαφαίνεται
από τις αρχές
του Η’ π.Χ. αιώνα
με την ίδρυση
της Σινώπης από
Μιλήσιους το
785 π.Χ. και
αργότερα των
άλλων πόλεων:
Τραπεζούντας (756
π.Χ.),
Κερασούντας (700
π.Χ.), Αμισού
(Σαμψούντας 600
π.Χ.), Κοτυώρων
(Ορντού), Τριπόλεως
κλπ.
Μαρτυρία για
τον πλούτο, την
ευημερία και
την ελληνικότητα
των αποικιών
αυτών είναι η
περιγραφή του
Ξενοφώντα στην
Κάθοδο των
Μυρίων.
Μέχρι
την εποχή του
Μεγάλου
Αλεξάνδρου οι
Έλληνες
βρισκόταν μόνο
την παραλιακή
περιοχή της αποικισμένης
χώρας, από τότε
όμως άρχισε η
εξάπλωση προς
νότο και ο εξελληνισμός
των γηγενών
φυλών. Στο
μεσοδιάστημα των
Αλεξανδρινών
χρόνων και της
Ρωμαϊκής
κατακτήσεως,
στην περίοδο
των
Μιθριδατών, ο
εξελληνισμός
προχωρεί
βαθύτερα.
Στην
Ρωμαϊκή
περίοδο
έρχεται
σύμμαχος του
ελληνισμού ο
Χριστιανισμός,
που διέδωσαν
οι απόστολοι Ανδρέας
και Πέτρος και
τα Χριστιανικά
μοναστήρια
αποτελούν
εστίες πίστης
και εθνικής
συνείδησης.
Στους
Βυζαντινούς
χρόνους ο
Μέγας Κωνσταντίνος
μετέβαλε τον
Πόντο σε
επαρχία του
κράτους, ενώ ο
Ιουστινιανός
όρισε
πρωτεύουσα της
επαρχίας την Τραπεζούντα.
Ο
δεσμός Aυτοκρατορίας
και Εύξεινου
Πόντου
διατηρείται μέχρι
την κατάληψη
της
Κωνσταντινουπόλεως
από τους
Φράγκους το 1204,
όταν δημιουργείται
η αυτοκρατορία
της
Τραπεζούντας
από τους
Κομνηνούς, που
υποτάχθηκε το 1461
ύστερα από
οκτώ χρόνια
από την κατάληψη
της
Κωνσταντινουπόλεως
από τους
Τούρκους το 1453.
Επακόλουθο της
καταλήψεως
της
Τραπεζούντας
ήταν οι σφαγές,
οι λεηλασίες
και ο βίαιος
εξισλαμισμός.
Η προσφορά
των Ποντίων
και η Ποντιακή
αναγέννηση.
Από
το 1100 π.Χ. έως το 1923
μ.Χ., ένα
διάστημα 3.000
χρόνων, ο Πόντος
υπήρξε ένα από
τα
σπουδαιότερα
τμήματα του
ελληνικού
έθνους, στο
οποίο ο
ελληνισμός της
περιοχής αυτής
τόσο στα χρόνια
της
αρχαιότητας
και του Μ.
Αλεξάνδρου όσο
και της
ρωμαιοκρατίας
και του
Βυζαντίου και
αυτής της
τουρκοκρατίας
(1461–1922) δεν έπαυσε
να διατηρεί
αλώβητη την
εθνική του
συνείδηση.
Σ΄
όλη τη
διάρκεια των
αιώνων αυτών, ο
Εύξεινος Πόντος
ανέδειξε το
φιλόσοφο
Διογένη, τον
Ηρακλείδη τον
Πολιτικό, τον
Διϊφιλο, τον
Στράβωνα, στον
Μεσαίωνα τον
Βησσαρίωνα και
τόσους άλλους
και στους
Νέους Χρόνους
τους
Καρατζάδες,
τους
Μουρούζηδες,
τους Γαβράδες,
τους
Υψηλάντες, τον
Πασσαλίδη, τον
Καπετανίδη, κ.ά.
Η οικονομική
ανάκαμψη του
Ποντιακού
Ελληνισμού
συνδυάστηκε με
δημογραφική
άνοδο. Το 1865 οι
Έλληνες του
Πόντου
ανέρχονταν σε
265.000 άτομα, το 1880 σε 330.000
άτομα οι
οποίοι κατοικούσαν
κυρίως στα
αστικά κέντρα.
Ο
ποντιακός
ελληνισμός που
ζούσε στις
αρχές του 20ου
αιώνα στις
περιοχές
Σινώπης,
Αμάσειας,
Τραπεζούντας,
Σαμψούντας,
Λαζικής,
Αργυρούπολης,
Σεβάστειας,
Τοκάτης, και
Νικόπολης της
Οθωμανικής
αυτοκρατορίας
αριθμούσε,
σύμφωνα με
υπολογισμούς
του Οικουμενικού
Πατριαρχείου
και των
Οθωμανικών αρχών
περίπου 600.000
άτομα.
Παράλληλα στη
νότια Ρωσία,
στην περιοχή
του Καυκάσου,
την ίδια εποχή
υπήρχαν
περίπου 150.000 Πόντιοι,
που είχαν
μετοικίσει
εκεί μετά την
άλωση της Τραπεζούντας
το 1461.
Μετά
την λήξη του Α’
παγκοσμίου
πολέμου και τη
διεθνή τάση
για
αυτοδιάθεση των
λαών,
εξέχοντες
Πόντιοι
(Κ.Κωνσταντινίδης
κ.ά ) συνέλαβαν
την ιδέα της
δημιουργίας
Ανεξάρτητης Δημοκρατίας
του Πόντου με
υπομνήματα και
παραστάσεις
προς τους
εκπροσώπους
των Μεγάλων
Δυνάμεων,
σχεδιάζοντας
και χάρτη του
«διεκδικούμενου
Πόντου», σχέδιο
όμως
που
δεν
πραγματοποιήθηκε
ποτέ.
Ο
Πόντος το
παραλιακό
τμήμα της Β.Α.
Μ.Ασίας, που
απλώνεται από
την περιοχή
της Σινώπης ως
το ανατολικό
άκρο του
Ευξείνου
Πόντου (Βατούμ),
είχε το 1918 έκταση
71.500 τετραγωνικών
χιλιομέτρων με
2.048.250 κατοίκους
την περίοδο
εκείνη, από
τους οποίους 697.000
ήταν Έλληνες Ορθόδοξοι.
Οι
κυριότερες
πόλεις του
Πόντου ήταν: η
Τραπεζούντα με
50.000 κατοίκους
τότε, από τους
οποίους 15.000
Έλληνες, η
Κερασούντα με
20.000 κατοίκους,
από τους
οποίους 12.000 Έλληνες,
η Τρίπολη με 10.000,
από τους
οποίους 3.000
Έλληνες, τα
Κοτύωρα
(Ορντού) με 12.000, από
τους οποίους 6.000
Έλληνες, η
Αμισός
(Σαμψούντα) με 35.000,
από τους
οποίους 18.000
Έλληνες, η
Σινώπη με 15.000, από
τους οποίους 4.500
Έλληνες, η
Νικόπολη με 1.500
Έλληνες, η Αργυρούπολη
με 6.000 κατοίκους,
από τους
οποίους 2.500
Έλληνες και η
Αμάσεια με 42.000,
από τους
οποίους 18.000
Έλληνες.
Ο
Πόντος ήταν
χωρισμένος σε 6
μητροπόλεις:
1.
τη
μητρόπολη
Τραπεζούντας
με 84 σχολεία, 165
καθηγητές και
δασκάλους και 6.800
μαθητές και μαθήτριες,
2.
τη
μητρόπολη
Ροδοπόλεως με 55
σχολεία, 87
καθηγητές και
δασκάλους και 3.053
μαθητές και
μαθήτριες,
3.
τη
μητρόπολη
Κολωνίας με 88
σχολεία, 94
καθηγητές και δασκάλους
και 4.900 μαθητές
και μαθήτριες,
4.
τη
μητρόπολη
Χαλδίας –
Κερασούντας με
252 σχολεία, 322
καθηγητές και
δασκάλους και
24.800 μαθητές και
μαθήτριες,
5.
τη
μητρόπολη
Νεοκαισαρείας
με 182 σχολεία, 193
καθηγητές και
δασκάλους και
12.800 μαθητές και
μαθήτριες και 6. τη
μητρόπολη
Αμασείας με 376
σχολεία, 386
καθηγητές και
δασκάλους και
23.600 μαθητές και
μαθήτριες.
Σε όλο τον
Πόντο
λειτουργούσαν
1.047 σχολεία με 1.247
καθηγητές και
δασκάλους και
75.953 μαθητές και
μαθήτριες. Ανάμεσα
στα σχολεία το
Φροντιστήριο
Τραπεζούντας,
το
Φροντιστήριο Αργυρουπόλεως,
το Λύκειο
Γουμεράς, το
Ημιγυμνάσιο
Κερασούντας,
το Γυμνάσιο
Αμισού κλπ. Σε σύνολο
επίσης 1.131 ναών, 22
μοναστηριών, 1.647
παρεκκλησίων και
1.459 κληρικών της
εποχής αυτής
περίφημα ήταν
για τη
διατήρηση και
καλλιέργεια
του
θρησκευτικού φρονήματος
και της
παιδείας
συνάμα τα
μοναστήρια
Παναγίας
Σουμελά,
Παναγίας
Γουμερά, Αγίου
Γεωργίου
Περιστερεώτα,
Αγίου Ιωάννου
του Βαζελώνος
κλπ.
Η
Γενοκτονία.
Τον
Δεκέμβριο του 1916
εκπονήθηκε από
τους Τούρκους στρατηγούς
Εμβέρ και
Ταλαάτ σχέδιο
εξόντωσης του
άμαχου
ελληνικού
πληθυσμού του
Πόντου που
προέβλεπε,
«άμεση
εξόντωση μόνον
των ανδρών των
πόλεων από 16-60 ετών
και γενική
εξορία όλων
των ανδρών και
γυναικοπαίδων
των χωριών στα
ενδότερα της
Ανατολής με πρόγραμμα
σφαγής και
εξόντωσης».
Το
πρόγραμμα
ξεκίνησε 15
ημέρες
αργότερα και
εφαρμόστηκε κυρίως
στις περιοχές
της Σαμψούντας
και της Πάφρας. Η
περιοχή της
Τραπεζούντας
είχε γλιτώσει
από τη μανία
των Τούρκων
διότι είχε
καταληφθεί τον
Απρίλιο του 1916
από τον ρωσικό
στρατό. Όταν
όμως οι Ρώσοι εγκατέλειψαν
την πόλη τον
Φεβρουάριο του
1918, τότε ο μισός
περίπου
πληθυσμός της
περιοχής
εγκατέλειψε
τις εστίες του
και ακολούθησε
τον ρωσικό
στρατό κατά
την υποχώρησή
του.
Οι
περισσότεροι
από τους
πρόσφυγες
εγκαταστάθηκαν
στην περιοχή
του Καυκάσου
και των
παραλίων της
Γεωργίας.
Έκτοτε
και μέχρι τον
Αύγουστο του 1922 ο
Κεμάλ, έχοντας
εκκαθαρίσει τα
δευτερεύοντα
μέτωπα στη
Μικρά Ασία,
προχώρησε στη
σταδιακή
εξόντωση του
Ποντιακού
Ελληνισμού. Οι
πόλεις και τα
χωριά κάηκαν,
και οι Πόντιοι
και οι Πόντιες
δολοφονήθηκαν,
ατιμάστηκαν,
εξορίστηκαν ή
έφευγαν ομαδικά
στα δάση και
στα βουνά. Οσοι
άνδρες
συλλαμβάνονταν
προωθούνταν
στο εσωτερικό
της Μικράς
Ασίας.
Από
την έκρηξη του
Α’ παγκοσμίου
πολέμου έως το 1923,
οι Νεότουρκοι
και οι
Κεμαλικοί με
τα σκληρά μέτρα
που έλαβαν
εναντίον των
Ελλήνων του
Πόντου με τη μέθοδο
των εξοριών,
βιασμών,
σφαγών,
εξανδραποδισμών
και
απαγχονισμών
(κατά τον
Πανάρετο
Τοπαλίδη) εξόντωσαν:
α. κατά την
περίοδο 1914-1918………….170.576
Ποντίους
β. κατά την
περίοδο 1918-1923………….119.122
Ποντίους
δηλαδή
συνολικά………………………..…289.698
Ποντίους
ποσοστό
δηλαδή 41,56% σε
σύνολο 697.000
Ελλήνων
κατοίκων, ενώ κατά
τον Γ. Βαλαβάνη
οι απώλειες
των Ποντίων
σύμφωνα με τη
Μαύρη Βίβλο
του Κεντρικού
Συμβουλίου των
Ποντίων στην
Αθήνα
ανέρχονται σε
303.238 ως το 1922. Συγκεκριμένα οι
Ελληνες του
Πόντου πριν το
Γενικό Πόλεμο
του 1914
ανέρχονταν σε
700.000 κατοίκους, αριθμός
που
αναγνωρίσθηκε
επίσημα από
την κυβέρνηση
του Κιαμήλ
πασσά.
Η
στατιστική της
Μαύρης Βίβλου,
η οποία
εκδόθηκε από
το Κεντρικό
Συμβούλιο του
Πόντου στα 1922
αναφέρει: 'οι
σφαγέντες και
οπωσδήποτε
εξολοθρευθέντες
Έλληνες του
Πόντου από το 1914
μέχρι το 1922
ανέρχονται εις
τους εξής
αριθμούς:
Περιφέρεια
Αμασείας 134078
Περιφέρεια
Ροδοπόλεως 17.479
Περιφέρεια
Χαλδείας -
Κερασούντας 64.582
Περιφέρεια
Νεοκαισαρείας 27.216
Περιφέρεια Τραπεζούντας
38.435
Περιφέρεια
Κολωνίας 21.448
Σύνολο 303.238
Μέχρι
την άνοιξη του 1924
το
μαρτυρολόγιο
των Ποντίων
περιέλαβε
ακόμα 50.000
νεομάρτυρες
στην
πλειοψηφία τους
γυναικόπαιδα.,
συνολικά
δηλαδή ο
αριθμός των
Ποντίων που
δολοφονήθηκαν
ως το Μάρτιο
του 1924 ήταν 353.000,
ποσοστό που
ξεπερνάει το 50%
του ολικού
πληθυσμού των
Ελλήνων του
Πόντου.
Οι
νεοτουρκικές
και κεμαλικές
αρχές
προσχεδίασαν
και
συμμετείχαν
στην
γενοκτονία. Οι
διαταγές για
τους
εκτοπισμούς
στο Κουρδιστάν
και την Συρία
των Ποντιακών
πληθυσμών είτε
με τη μορφή
κυβερνητικών
αποφάσεων είτε
νομοσχεδίων
της
«εθνοσυνεύλευσης»,
όπως η 1041της 12ης
Ιουνίου 1921, η 941 της
16ης Ιουνίου του
ίδιου έτους,
έχουν την
υπογραφή των
υπουργών αλλά και
του Κεμάλ.
Οι
θηριωδίες και
οι βαρβαρότητες
του προκατόχου
του Τοπάλ
Οσμάν
κλιμακώνονται
και
εκτελούνται
κατόπιν
διαταγής του
αρχηγού του
κεμαλικού
στρατού
Νουρεντίν
Πασά, του
μετέπειτα
σφαγέα του
Ελληνισμού της
Σμύρνης και
δήμιου του
Αρχιεπίσκοπου
Σμύρνης –
νεομάρτυρα και
εσχάτως
αγιοποιηθέντα Χρυσόστομου.
Η
εκρίζωση αυτή
των Ελλήνων
του Πόντου
είναι από τα
πρωτοφανή
εγκλήματα στην
ανθρώπινη
ιστορία. Ύστερα
από 27 αιώνες
ζωής ένας λαός
εκριζώθηκε
αφήνοντας
πατρογονικές
εστίες,
εκκλησίες,
τάφους προγόνων
και ρίχτηκε
στις ακτές της
Ελλάδος. Η Μακεδονία,
η Θράκη, η Αθήνα,
η Θεσσαλονίκη,
ο Πειραιάς, η
Πάτρα, ο Βόλος, η
Καβάλα, η Δράμα
και άλλες
περιοχές είναι
οι χώροι όπου
προσπάθησαν
και ρίζωσαν οι
πρόσφυγες
Πόντιοι.
Οι
Κρυπτοχριστοανοί
Στον
Πόντο
παρουσιάσθηκε
το φαινόμενο
του Κρυπτοχριστιανισμού,
της κρυφής
δηλαδή
λατρείας του
Χριστού από
βιαίως
εξισλαμισθέντες
Έλληνες, που
στα φανερά
υποκρίνονται
τους
Μωαμεθανούς
και στα κρυφά,
σε υπόγεια και
κρύπτες,
λειτουργούνται,
βαπτίζονται,
παντρεύονται
από τότε και
μέχρι σήμερα.
Είναι γνωστό
ότι μετά την
άλωση της
Τραπεζούντας
υποχρεώθηκαν
σε εξισλαμισμό
οι επιφανείς
οικογένειες
και πλήθος
νέων του
Πόντου. Όπως
γράφει
πληροφορεί ο
Μητροπολίτης
Τραπεζούντος
και μετέπειτα
Αρχιεπίσκοπος
Αθηνών και
πάσης Ελλάδος
Χρύσανθος, οι
εξισλαμισμοί στον
Πόντο πραγματοποιήθηκαν
την περίοδο 1648- 1687
από τις
πιέσεις των
φεουδαρχών.
Σήμερα
στην Τουρκία
υπάρχουν ακόμη
άτομα που μιλούν
ή
καταλαβαίνουν
τα ποντιακά
που είναι η
αρχαιότερη
ζώσα διάλεκτος
της ελληνικής
γλώσσας. Τα μέλη
αυτής της ομάδας
κατάγονται από
την Τραπεζούντα
και βρίσκονται
σκορπισμένα σε
διάφορα μέρη
της Τουρκίας,
καθώς και στο
εξωτερικό, ως
μετανάστες. Τα
ποντιακά
ομιλούνται σε
εξήντα χωριά
της
περιφέρειας
Τραπεζούντας,
τα περισσότερα
από τα οποία
βρίσκονται
στην περιοχή
του Οφη. Με τους
πιο συντηρητικούς
υπολογισμούς,
η διάλεκτος
αυτή ομιλείται
από 300.000 περίπου
άτομα.
Η
σημασία της 19ης
Μαΐου
Μόλις
το 1994 το ελληνικό
κοινοβούλιο
και μετά από αγώνες
πολλών χρόνων
θέσπισε την 19η
Μαΐου ως ημέρα
μνήμης των 353.000
και πλέον
Ποντίων που
δολοφονήθηκαν
από τους
νεότουρκους
και
κεμαλικούς.
Οι
Πόντιοι, ένας
λαός με μεγάλη
αγάπη στην
ελευθερία, την
αλήθεια, τη ζωή,
την ανθρώπινη
αξιοπρέπεια,
τις ηθικές
αξίες, τον
άνθρωπο, ήταν
αδύνατο να ζήσουν
στην απόκρυψη
της Ιστορίας,
στον
εφησυχασμό,
στην υποκρισία,
στο ψέμα. Έτσι
μία ημέρα
διώξεων, παθών,
θανάτου,
μετατράπηκε σε
ημέρα ζωής,
αφετηρία
ανάστασης και
Ποντιακής
αναγέννησης.
Ο
ορισμός, η
καθιέρωσης της
19ης Μαΐου ως
ημέρας μνήμης
της
γενοκτονίας
συμβόλιζε τη
νίκη της ζωής
επί του
θανάτου, της
ανάστασης επί
της σταύρωσης,
της
αναγέννησης
επί της παρακμής,
της Ιστορίας.
Το αίμα
εκατοντάδων
χιλιάδων
μαρτύρων
ανδρών,
γυναικών,
παιδιών,
βρεφών, το αίμα
των ανταρτών
του Πόντου
ζητούσε
δικαίωση. Δεν
μπορούσε να
μείνει χωρίς
μια ημέρα
απόδοσης τιμής,
αλλά και
αγωνιστικής
κινητοποίησης
για την
αναγνώριση και
τη δικαίωσή
του από την
ανθρωπότητα.
Τα
εκατοντάδες
χιλιάδες
θύματα του
κεμαλικού φασισμού
και ρατσισμού,
οι βιασμοί, οι
διώξεις, οι απελάσεις
από την
ιστορική
πατρίδα των
νέων ανθρώπων,
γυναικών,
παιδιών,
ηλικιωμένων,
ήταν ένα από τα
πιο μεγάλα και
συνεχή
εγκλήματα που
γνώρισε ο
κόσμος.
Δυστυχώς
οι Έλληνες, δεν
κατόρθωσαν
αναδείξουν πολιτικές,
ένα σχέδιο, να
προτείνουν και
να υλοποιήσουν
μία στρατηγική
όπως οι
Εβραίοι και οι
Αρμένιοι, που θα
ανάγκαζε το
θύτη να
αναγνωρίσει το
έγκλημα και να
ζητήσει
συγνώμη.
Αντίθετα, η
μακροχρόνια
ολιγωρία και η
στήριξη μέσω
εξωελλαδικών
αλλά και μέσα
στην Ελλάδα
μηχανισμών του
φασιστικού
τουρκικού
καθεστώτος της
Τουρκίας
μπροστά στο αναμφισβήτητο
έγκλημα, ήταν η πολιτική
που
κυριάρχησε.
Από
την άλλη οι
Πόντιοι για
μεγάλο χρονικό
διάστημα για
την συνέχεια
και της
ιστορίας και
της ταυτότητάς
τους
περιορίστηκαν
σε μια
μονομερή
πολιτιστική
απάντηση. Οι
συνθήκες όμως
παραχάραξης,
εξέλιξης των
ελληνοτουρκικών
σχέσεων, οι
σχέσεις
υφισταμένου
του ελλαδικού
κράτους δεν
επέτρεψαν να
εκφραστούν οι
προβληματισμοί
και οι
ανησυχίες των
Ποντίων.
Παράλληλα
έλειψε κάθε
ιστορική
αναφορά είτε
στο σχολείο
είτε στο Πανεπιστήμιο
που θα ήταν μία
μεγάλη
συνεισφορά
στις νέες
γενιές για την
γνώση και τη
μνήμη. Έλειψε
μία Νυρεμβέργη
για τους
υπεύθυνους της
Ποντιακής
γενοκτονίας.
Όλα
αυτά δεν
επέτρεψαν
φυσικά τον
Ποντιακό Ελληνισμό,
να έχει τη δική
του ημέρα
μνήμης, όπως
άλλοι λαοί, η
οποία τόσο στο
εθνικό και
στο διεθνές
πεδίο θα συμβόλιζε
το δικαίωμα
ενός λαού στη
μνήμη, την μη
παραγραφή του
εγκλήματος και
την αποτροπή
τέλεσης νέων
μαζικών
δολοφονιών.
Οι
Πόντιοι
στερήθηκαν για
ένα μεγάλο
χρονικό
διάστημα το δικαίωμα
στη μνήμη της
θυσίας των
γυναικών της
Σάντας, των
απαγχονισμών
στην Αμάσεια,
των δολοφονιών
στην ίδια πόλη
το 1921 των μαθητών
του κολλεγίου
Ανατόλια της
Μερζιφούντας
Ανανιάδη και
αδελφών Παυλίδη,
τους οποίους
οφείλει να
τιμήσει το
ελληνικό
σχολείο εδώ
στο Μόναχο και
τη Νυρεμβέργη,
στερήθηκαν τη
γνώση σχετικά
με το έγκλημα.
Μόλις
το 1994 το ελληνικό
κοινοβούλιο
και μετά από αγώνες
δεκαετιών
θέσπισε την 19η
Μαΐου ως ημέρα
μνήμης των 353.000
και πλέον
ανθρώπων που
δολοφονήθηκαν
από τους κεμαλικούς,
τους πρώτες
διδάξαντες τον
φασισμό και το
ρατσισμό.
Σήμερα
όμως υπάρχουν δυνάμεις
που
αντιστρατεύονται
στην
αναγνώριση
του εγκλήματος
της
γενοκτονίας,
πολεμούν το
δικαίωμα στη
μνήμη και την
αξιοπρέπεια
ενός λαού. Άραγε
τι δηλώνει εδώ
και μία
περίοδο η
προσπάθεια να αλλοιωθεί
και τελικά να
καταργηθεί η 19η
Μαΐου;
Τι
σημαίνει η
συναυλία των
Ρουβά-Κούτ,
στην Κύπρο, την
19η Μαΐου 1997, η
αποστολή της
κρατικής
Ορχήστρας
Αθηνών την 19 Μαΐου
1998 στην Άγκυρα, ο
ποδοσφαιρικός
αγώνας
Ελλάδος- Τουρκίας
την 19η Μαΐου 2000
στην τουρκική
πρωτεύουσα και
μάλιστα στο
στάδιο
«Ατατούρκ», η
αποβίβαση την
ίδια
ημερομηνία των
τουρκικών στρατευμάτων
στην
Πελοπόννησο
και η
προσγείωση τουρκικών
αεροσκαφών
στην
προσφυγική Νέα
Αγχίαλο ή οι
φετινές
ποδοσφαιρικές
συναντήσεις
την ίδια ημέρα
στην Κομοτηνή;
Ποια
υποχρέωση είχε
ο Υπουργός
Εξωτερικών της
Ελλάδας, να
καταθέσει
στεφάνι στο
μαυσωλείο του
Κεμάλ, του
ανθρώπου που
έχει
κατηγορηθεί ως
υπεύθυνος
οργάνωσης και
εκτέλεσης
αυτών των
εγκλημάτων;
Γιατί η Βουλή
των Ελλήνων
αρνείται να
εκδώσει την
ιστορία του
Ποντιακού
Ελληνισμού και
τα στοιχεία
που αποδεικνύουν
το έγκλημα της
γενοκτονίας
αθετώντας τις
υποχρεώσεις
που ανέλαβε με
τη ψήφιση του
σχετικού
νομοσχεδίου;
Από πότε η
αλληλεγγύη ως
βασικό
συστατικό
στοιχείο του
Έλληνα
τσαλακώνεται
με την
επικείμενη
απέλαση των
Ποντίων
φοιτητών του
Παντείου στην Τουρκία,
που εμάς τους
κατοίκους της
Αλεξανδρούπολης
μας θυμίζει την
απέλαση 13
Ποντίων
μαθητών εκ
Τραπεζούντας
τον Οκτώβριο
του 1962;
Οι
δυνάμεις που
πράττουν
ανήθικα και
χυδαία, που δεν
σέβονται την
ημέρα μνήμης
είναι πολλές
και έχουν
διαπαραταξιακή
προέλευση. Και
όλα αυτά τη
στιγμή που
στην ίδια την
Τουρκία
υπάρχουν
δημοκρατικές
δυνάμεις, που
καλούν το
τουρκικό
καθεστώς να
αναγνωρίσει τη
γενοκτονία του
Ποντιακού
Ελληνισμού.
Μετά
τον άγνωστο
διανοούμενο
που έγραψε στο
περιοδικό Kaldirac
(Μοχλός Κωνσταντινούπολη)
για τη
γενοκτονία των
λαών του
Εύξεινου
Πόντου, τελευταίο
δείγμα
αποτελεί ο
Σύλλογος
Αντιπάλων της
Γενοκτονίας, εδώ
κοντά μας στη
Φρανκφούρτη ο
οποίος έστειλε
11.247(!) υπογραφές,
προς την
τουρκική
Εθνοσυνέλευση με
τίτλο
«αναγνωρίστε
τη γενοκτονία»
και υπότιτλο
«αυτός είναι ο
αληθινός
δρόμος της
φιλίας και της
ειρήνης».
Με
την πολιτική
που
ακολουθείται
την τελευταία
περίοδο,
θέλουν να
επιστρέψουμε
στη ρατσιστική
λήθη της
δεκαετίας του 1950,
όταν
απαγορευόταν
στην Ελλάδα,
κάθε ιστορική
αναφορά για
την Ιωνία, τη
Θράκη, τον
Πόντο, την
Καππαδοκία,
χάριν του
δόγματος
ακεραιότητας
και επιβίωσης
της Τουρκίας,
του τελευταίου
ρατσιστικού
καθεστώτος
στον κόσμο. Το
ζητούμενο
σήμερα από τα
κέντρα
αμνησίας και
εξασφάλισης
της
βιωσιμότητας της
Τουρκίας,
είναι να
καταργήσουν
την 19η Μαΐου ως
ημέρα μνήμης.
Κινούνται
χωρίς
στρατηγική, με
τυχοδιωκτισμό
υπερασπιζόμενα
τους φασίστες,
τους Γκρίζους
Λύκους με τους
οποίους
συνδιαλέγονται Η 19η
Μαΐου όμως
είναι
απαράγραπτη
και
αναλλοίωτη, η
ημέρα αυτή θα
αναδειχθεί από
όλους τους
λαούς της
περιοχής,
σύμβολο της
αντίστασης και
του αγώνα
ενάντια στο
φασισμό και
στο ρατσισμό.
Οι
Πόντιοι σήμερα
Σήμερα
στην Ελλάδα
και τη
Διασπορά στις
Η.Π.Α., τη
Γερμανία, την
Αυστραλία, τον
Καναδά, οι
Πόντιοι είναι
περίπου ενάμιση
εκατομμύριο
ψυχές,
αποτελούν
εκλεκτό τμήμα
του ελληνικού
έθνους, που
μπόλιασαν μαζί
με τους άλλους
πρόσφυγες τον
ελλαδικό χώρο
με την
εργατικότητα,
την έφεση στην
οικονομία,
στις επιστήμες
και τον
πολιτισμό, και
συντέλεσαν και
συντελούν στην
αναγεννητική
προσπάθεια του
έθνους,
κράτησαν και
κρατούν τον
πολιτισμικό
τους πλούτο, το
αρχαιοπρεπές
γλωσσικό
ιδίωμα, που
είναι η πιο
γνήσια
επιβίωση της
αρχαίας
ιωνικής
διαλέκτου, τα
τραγούδια,
τους χορούς
και τους
μεταλαμπαδεύουν
στις
επερχόμενες
γενιές.
Με
τα σωματεία
και το θέατρο,
τα περιοδικά
και εφημερίδες
οι Πόντιοι
διασώζουν την
πολιτισμική
κληρονομιά, με
τις ενώσεις
και τους
συλλόγους
καλλιεργούν
την παράδοσή
τους και ζουν
και πορεύονται
με γνώμονα
πάντα την
ποντιακή ζωή
και την
ποντιακή τους
συνέχεια.
Μέρος
της ομιλίας
του Θ. Μαλκίδη
στην εκδήλωση
του Συλλόγου
Ποντίων
Νταχάου για
την ημέρα
μνήμης της
γενοκτονίας
του Ποντιακού
Ελληνισμού.
Γερμανία 19
Μαΐου 2002.