Welcome - Καλωσόρισμα - Hoş Geldiniz - оказать прием - willkommen - Bienvenue
|
RADIO PARAKATH
Mondays at 9:00pm
With: L. Michailidis &
P. Papadopoulos
Find us at: Θα μας βρειτε στο:
|
©2010 Pontian Association of Montreal, "Efxinos Pontos" - Σύλλογος Ποντίων Μοντρεάλ, "Έυξεινος Πόντος". ©1999-2010 Lefter. All Rights Reserved.
|
Η Επτάκωμη Ηρωϊκή Σάντα
(Γράφει: ο Χωραφαΐδης Αβραάμ)
posted on epontos
Για την γενική ελληνική ιστορία η Σάντα ίσως να μη λέει τίποτα, για την ποντιακή όμως στέκεται σαν ένα παράδειγμα κοινωνικής και
πνευματικής ακμής, σαν ένα παράδειγμα ηρωισμού και παλικαριάς.
Δεν ήταν πολιτεία η Σάντα. Ήταν ένα συγκρότημα 7 χωριών – συνοικιών σκαρφαλωμένων στον ορεινό όγκο με φυσική οχύρωση και
ελεύθερη ζωή. Η γεωργία και η κτηνοτροφία ήταν οι πόροι της, αλλά η επιθυμία για μάθηση ήταν μεγάλη. Πολλούς δασκάλους, καθηγητές
και επιστήμονες έβγαλε η Σάντα, αυτό το ορεινό καταφύγιο των ελεύθερων ανθρώπων.
Ήρθε όμως ο χαλασμός, ο πόλεμος. Ο τουρκικός στρατός υποχωρούσε στην προέλαση του ρωσικού (1918 ).
Οι κάτοικοι των τουρκικών χωριών έφευγαν καταστρέφοντας και σφάζοντας. Προσπαθούσαν ν’ ανέβουν και στη Σάντα, αλλά η πορεία προς
τη Σάντα ήταν δύσκολη. Η Σάντα υποστήριζε την ύπαρξή της με όλα τα μέσα.
Όταν η κατάσταση άρχισε να χειροτερεύει οι Σανταίοι ανέβηκαν πιο ψηλά, στα δασωμένα βουνά με τις οικογένειές τους για να σωθούν. Στην
ερημωμένη πια Σάντα ανέβηκε δύναμη στρατού, τζανταρμάδων και τσετέδων, κατέστρεψε ένα μεγάλο μέρος των σπιτιών και έσφαξε
πολλούς από τους εναπομείναντες.
Η μεγαλύτερη όμως καταστροφή της Σάντας συντελέστηκε κατά τις μάχες Ρώσων και Τούρκων, όταν η γύρω περιφέρεια περιήλθε εκ
περιτροπής στους δύο αντιπάλους. Οι σκληρές μάχες για την κατοχή του ορεινού όγκου της Σάντας εκμηδένισαν σχεδόν της ύπαρξη ζωής.
Σαν αγρίμια οι Σανταίοι μέσα στα δάση, χωρίς τροφή, χωρίς εφόδια ταλαιπωρήθηκαν αφάνταστα και πολλοί πέθαναν από τις στερήσεις και
την εξάντληση.
Όταν πλέον απελευθερώθηκαν με τη ρωσική προέλαση οι Σανταίοι άρχισαν και πάλι να οργανώνουν τη ζωή τους. Όμως πολύ γρήγορα
ξανασυννέφιασε ο ουρανός: η ρωσική επανάσταση, η κατάρρευση του ρωσικού μετώπου επανέφεραν τους Τούρκους που ήθελαν την
ριζική συντριβή του οχυρού των Ελλήνων.
Από τις 1.000 οικογένειες που αποτελούνταν η Σάντα – όπως αναφέρει ο ιστορικός Γ. Βαλαβάνης – οι 600 έφυγαν μαζί με το ρωσικό
στρατό και οι 400 που έμειναν άρχισαν να οργανώνουν την άμυνά τους.
Οι πρόεδροι των κοινοτήτων έχοντας συναίσθηση του μίσους των Τούρκων και του κινδύνου που διέτρεχαν από τα γειτονικά τούρκικα
χωριά, ίδρυσαν νυχτερινά φυλάκια ( κυρίως στα χωριά που ήταν στα άκρα, δίπλα από τουρκικά ).
Ένα τέτοιο φυλάκιο δημιουργήθηκε στο χωριό Χαρατζάντων, σε απόσταση μισής ώρας από το πρώτο τουρκικό χωριό. Το φυλάκιο αυτό
φρουρούσε το δημόσιο δρόμο από τα τουρκικά χωριά προς τη Σάντα. Το φυλάκιο φρουρούσαν εναλλάξ παλικάρια από τα χωριά
Ισχανάντων, Πινιατάντων και Τερζάντων.
Τα γενναία παλικάρια της Σάντας δημιούργησαν «αντάρτικο» σώμα και κατέστησαν την ιερή γη τους απροσπέλαστη και απάτητη από τους
Τούρκους. Πολλές φορές η «ποντιακή Μούσα» εμπνεύστηκε από τον ηρωισμό και την αυτοθυσία των ανταρτών της Σάντας και ύμνησε τα
παλικάρια της.
Όμως το αποκορύφωμα της τραγωδίας του ποντιακού ελληνισμού στα 1921, έμελλε να χτυπήσει και τη Σάντα.
Η Σάντα ξεψυχάει…
Η μανιασμένη θύελλα των εκτοπισμών και των σφαγών που εκδηλώθηκε σ’ όλο τον Πόντο, μ’ ένα σαφές εκ των προτέρων πρόγραμμα
εξόντωσης από τον Ιούνιο του 1921, έφτασε στη Σάντα κάπως αργά, κατά το Σεπτέμβριο του 1921.
Δεν ήταν εύκολη η εφαρμογή του γενικού προγράμματος νωρίτερα γιατί η Σάντα αποτελούσε ένα φυσικό οχυρό, το οποίο υποστήριζαν
ένοπλοι Σανταίοι.
Οι επιχειρήσεις εναντίον της Σάντας άρχισαν από τις 9 Σεπτεμβρίου 1921 από στρατιωτικές δυνάμεις και τσετέδες.
«Κι εκινητοποιήθηκε το σύμπαν κατά της Σάντας», γράφει ο Νίκος Τοπαλίδης σ’ ένα σημείωμά του για τις τελευταίες στιγμές της τραγωδίας
της Σάντας. «Και σαν να μην έφθανε ολόκληρη μεραρχία με το πυροβολικό της, στείλανε κοινοποίηση σ’ όλα τα τουρκικά χωριά της
περιφέρειας Τραπεζούντας, να πάρουν όλοι όπλα και να κινηθούν εναντίον της Σάντας».
Και όπως βεβαιώνει ο ιστορικός Γ. Βαλαβάνης: «συγκεντρώθηκαν περί τις οχτώ χιλιάδες. Το σώμα αυτό, στο οποίο προστέθηκαν και
οχτακόσιοι τσέτες, εκίνησε κατά της Σάντας από δύο διευθύνσεις».
Ο Ευριπίδης Χειμωνίδης Σανταίος, σ’ ένα σημείωμά του με τίτλο «όταν ψυχοραγούσε η Σάντα» γράφει: «Επί τρεις ημέρες οι στρατιωτικές
δυνάμεις δεν έκαναν καμιά ενέργεια που θα φανέρωνε τις προθέσεις τους και μόνο στις 9 Σεπτεμβρίου εξόρμησαν αιφνιδιαστικά το πρωί
και στα υπόλοιπα χωριά και αφού συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, χωρίς να τους αφήσουν να πάρουν τίποτα από τα σπίτια τους,
τους οδήγησαν στου Πιστοφάντων (ένα από τα εφτά χωριά).
«Την εκκένωση κάθε χωριού, συνεχίζει ο Ευρ. Χειμωνίδης, ακολουθούσε όργιο αρπαγής και λεηλασίας. Άνδρες και γυναίκες από τα γύρω
τουρκικά χωριά, ειδοποιημένοι για την εκτόπιση των Σανταίων, ορμούσαν κατά ομάδες στα σπίτια μόλις έβγαιναν οι στρατιώτες με τους
απαγομένους ενοίκους και αποδίδονταν σε λεηλασία. Αλλά δεν ήταν μόνο η λεηλασία, ήταν και οι κακοποιήσεις και οι ξυλοδαρμοί των
δύστυχων κατοίκων της Σάντας, μιας περιοχής που παρά το άγονο του εδάφους της ανέπτυξε τα γράμματα και δημιούργησε πολλούς
πνευματικούς ανθρώπους».
Όταν πια είχαν συγκεντρώσει τα γυναικόπαιδα της Σάντας στο συνοικισμό Πιστοφάντων, άρχισαν οι στρατιωτικές δυνάμεις μαζί με τους
τσετέδες να κινούνται εναντίον των ανταρτών που είχαν οχυρωθεί στα απρόσιτα σημεία της οροσειράς που καλύπτει την περιοχή της Σάντας.
Η φοβερή επίθεση άρχισε τη μέρα και συνεχίστηκε τη νύχτα της 10ης προς την 11η Σεπτεμβρίου 1921, για να αιφνιδιαστούν οι αντάρτες
και τα γυναικόπαιδα που τους ακολουθούσαν (κατά τις ώρες της σύλληψης των κατοίκων για εκτοπισμό, διέφυγαν 400 γυναικόπαιδα και
νέοι προς τα απρόσιτα λημέρια των ανταρτών).
Ο Κώστας Κουρτίδης – αδελφός του Καπετάν Ευκλείδη – ένας από τους γενναίους οπλαρχηγούς της Σάντας, γράφει στο ημερολόγιό του:
«Η νύχτα αυτή ήταν η πιο τρομακτική νύχτα που έζησα στη ζωή μου. Κάνοντας πρόχειρα προχώματα παραταχτήκαμε για μάχη. Γυναίκες
και παιδιά (τριακόσιοι περίπου) μαζεύτηκαν λίγο πιο πάνω μέσα σε μια σπηλιά, τους οποίους φυλούσαν περίπου εκατόν είκοσι νέοι άοπλοι.
Επί εννιά ώρες αγωνιζόμασταν ενάντια στον τουρκικό στρατό, που μας περικύκλωσε από παντού, εκτός από μια δίοδο προς το δάσος
Βαϊβάτερε, για να έχουμε διέξοδο την τελευταία στιγμή.
Τα μεσάνυχτα σταμάτησε το πανδαιμόνιο των πυροβολισμών και οι αντάρτες και τα γυναικόπαιδα αποσύρθηκαν στη θέση Μερτζάν Λιθάρ.
Τότε έπρεπε, πριν ξημερώσει, να βρεθεί μια λύση: ν’ απομακρύνονταν εντελώς αθόρυβα από εκείνη τη θέση, γιατί αλλιώς θα γινόταν ο τάφος
μικρών και μεγάλων, ενόπλων και αμάχων.
Εκείνες τις τραγικές ώρες, μοιραίες, απελπισμένες μάνες αναγκάστηκαν να θανατώσουν βρέφη και μικρά παιδιά που έκλαιγαν, για να μην
προδώσουν τις θέσεις τους.
Όταν ξημέρωσε και οι Τούρκοι ξεκίνησαν την επιχείρηση εναντίον των ανταρτών, αντίκρισαν επτά βρέφη σφαγμένα! Τότε ο ίδιος ο μέραρχος
επικεφαλής έδωσε διαταγή στον τουρκικό στρατό να γυρίσει πίσω στη Σάντα λέγοντας: άνθρωποι που σκότωσαν τα παιδιά τους είναι
αδύνατον να πιαστούν και άρα είναι περιττό να μείνουμε άλλο εδώ.
Τελικά η κατάσταση με τα γυναικόπαιδα αποσυμφορήθηκε βαθμιαία. Σε κάθε ευκαιρία οι οικογένειες μόνες τους πλέον διέρρεαν προς την
Τραπεζούντα και τα χωριά της Γουμουράς.
Οι αήττητοι κάτοικοι της Σάντας, σε δυο αποστολές, η μια στις 11 και η άλλη στις 12 Σεπτεμβρίου 1921, θα πάρουν το σκληρό δρόμο της
εξορίας και του θανάτου προς το Ερζερούμ και το Χούνουζ.
Και ενώ οι δυο τραγικές αποστολές των εκτοπιζομένων της Σάντας προχωρούσαν προς τους τόπους του αφανισμού τους, οι αντάρτες
συνέχιζαν να ζουν αμυνόμενοι πάνω στα βουνά της Σάντας.
Ο Ευρ. Χειμωνίδης που ήταν μαζί με μια ομάδα εξορίστων γράφει: «Από τις 370 ψυχές που φθάσαμε στο Χούνουζ στις 13 Οκτωβρίου
1921, γυρίσαμε τον Ιανουάριο του 1923 λιγότερες από 200 ψυχές…
«Όταν ξεκινούσαμε, συνεχίζει ο Ευρ. Χειμωνίδης, για την περιπέτεια της δεύτερης προσφυγιάς, μετά τη συμφωνία της Ανταλλαγής, όσοι
βρισκόμασταν στο Χούνουζ, γονατίσαμε ευλαβικά στα χιονισμένα τους μνήματα και τους αφιερώσαμε σιωπηλοί τις σκέψεις μας για λίγες
στιγμές…».
Η Σάντα, η Επτάκωμη ηρωική Σάντα, είχε σβήσει πια. Είχε καταστραφεί η ελληνική κυψέλη εργασίας και ανάδειξης πνευματικών και
γενναίων ανθρώπων.